White men can’t rap (?)
Written by Radagast
Η ώρα είναι 04:20 το πρωί σε κάποιο στρατόπεδο της Ελλάδας. Εκτελώ την υπηρεσία μου ως θαλαμοφύλακας αλλά τα βλέφαρά μου βαραίνουν, το κεφάλι μου σκύβει προς τα κάτω και ο ύπνος ετοιμάζεται να κυριεύσει το ταλαίπωρο κορμί μου, όταν ξαφνικά η φωνή του Monkey Barz κουδουνίζει στο κεφάλι μου και με κάνει να πεταχτώ από την θέση μου: “Όλο ασπρουλιάρικες μαλακίες ακούς! Μαλάκα! Ε μαλάκα!”. Αυτό ήταν. Ξύπνησα.
Κατ’αρχάς, να ξεκαθαρίσουμε πως το όλο ζήτημα δεν έχει να κάνει με το χρώμα, έτσι; Μη βρούμε
και κανένα μπελά... Δε χρειάζεται και πολύ μυαλό νομίζω για να καταλάβει και ο τελευταίος πτυχιούχος της ΖΝ σχολής το γιατί η μουσική ενός λευκού από το Portland κινείται σε άλλα μονοπάτια από αυτήν ενός συμπαθή έγχρωμου από το Queens. Από κει και πέρα, το θέμα είναι το τι εκφράζει τον καθένα. Την βρίσκεις ρε φίλε να ακούς για φόνους, ντρόγκια, hustlin και σατανιστικές τελετές; Με γειά σου με χαρά σου.
Γουστάρεις να ακούς για foot massages και toe fetishes; Μπράβο, αλλά μην το πεις στην μάνα σου και την ανησυχήσεις τζάμπα. Δεν καταλαβαίνω όμως το γιατί να έρχεσαι με ύφος “ Α ρε πούστη, χαραμίζομαι που δεν γεννήθηκα στο Harlem” και με λες ότι “white men can’t rap (στα αγγλικά πάντα)” λες και τους λείπει κάποιος ειδικός rap αδένας που αναπτύχθηκε μόνο στις αφρικανικές περιοχές (αν υπήρχε ραπ αδένας ο Χαρμάνης θα είχε τρεις). Απλά υπάρχει διαφορά επιρροών και ύφους. Θα μου πεις εσύ φίλε μου με την τεράστια μπλούζα αμερικανικού football, “τα flow των Black Moon οι Sandpeople (τυχαία ονόματα) δεν πρόκειται να τα βγάλουν ποτέ”. Σεβαστό αλλά δε νομίζω ότι τους νοιάζει και τους δύο εξίσου το θέμα flow, όπως νομίζω πως οι λόγοι που τους ώθησαν στο να δημιουργήσουν μουσική είναι πολύ διαφορετικοί.
Άλλος κάνει μουσική για την καύλα του, γιατί όταν ακούει την μπιτάρα και αρχίζει την πάρλα το πουλί του αγγίζει ταβάνι, και άλλος την βλέπει σαν μέσο έκφρασης. Εσύ θα διαλέξεις το τι προτιμάς να ακούσεις. Δεν τίθεται θέμα καλύτερου και χειρότερου, μόνο θέμα γούστου. Μπορεί εσύ (όλο για σένα μιλάω σήμερα, θα σε ματιάσω) να μην θεωρείς ικανό κάποιον mc ο οποίος δεν βγάζει δυο-τρία γαμάτα rolls σε κάθε κομμάτι, εγώ να μην θεωρώ καλό mc κάποιον που να μην κατέχει μια Α στιχουργική ικανότητα που να ξεφεύγει από το” θα-σου-κανω-αυτό-και-μετά-εκείνο-χρησιμοποιώντας-ατακοειδή” και ο Τάκης να μην θεωρεί mc κάποιον που δεν πίνει χόρτο. Δεν σημαίνει σώνει και καλά ότι κάποιος έχει δίκιο και οι άλλοι άδικο. ‘Αντε, ίσως ο Τάκης να έχει λίγο άδικο...
Που έγκειται τελικά αυτή η τόσο μεγάλη διαφορά λευκών και μαύρων στην ραπ μουσική; Τι είναι αυτό δηλαδή, που σε κάνει να ακούς ένα κομμάτι και να σκέφτεσαι “αν αυτό δεν είναι Brooklyn θα κάτσω να με γαμήσεις” ή το αντίστροφο; Δύο πράγματα θαρρώ με το φτωχό μου μυαλό: παραγωγή και στίχοι. Ντάξει, κάτι σας είπα τώρα, θα μου πείτε... Για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι: αντιλαμβανόμενοι το γεγονός πως όσο πιο κοντά είναι κάποιος στις ρίζες, τόσο πιο πιστός μένει σ’αυτές, γίνεται εύκολα κατανοητό το γιατί το ραπ σκατό που βγαίνει από τις περιθωριοποιημένες περιοχές των αμερικανικών μεγαλουπόλεων είναι πιο κοντά στην κλασική hip hop φόρμα ενώ ο λευκοκώλης που δεν αναγκάζεται να ακούει αυτή την μουσική από γεννησιμιού του, αλλά την βρήκε κάπου στην πορεία, παρουσιάζει ένα πιο ανοιχτό μυαλό όσον αφορά τον πειραματισμό και τον συνδυασμό διαφόρων ακουσμάτων.
Βέβαια, όταν μπλέκεις το hip hop με electrogothic και στο βάθος ψιλοακούγεται ένα όμποε, κάπου το χάνεις... Θα με πεις τώρα εσύ “καλά ρε φίλε, χώρεσες τόσους μουσικούς σε δύο κατηγορίες διαχωρίζοντάς τους με βάση το χρώμα. Τι
είσαι; Μαλάκας είσαι;” Απλά κάνω μια υπεραπλούστευση για να χωρέσει το όλο point στο γαμημένο το χαρτί των αφυπνήσεων. Ελπίζω να καταλάβατε που θέλω να καταλήξω... Όσον αφορά το θέμα στίχος δε νομίζω ότι χρειάζεται πολύ μπλα μπλα για να συμφωνήσουμε ότι ο φτωχούλης του ghetto έχει άλλα προβλήματα, άλλους τρόπους διασκέδασης, άλλη μόρφωση και, γενικώς, άλλη καθημερινότητα από τον αστό της Minneapolis, οπότε εύλογο είναι όλο αυτό να βγαίνει και στην μουσική που κάνει ο καθένας.
Η ώρα πάει 06:00. Η υπηρεσία τελειώνει μαζί με το γαμόχαρτο και ο αντικαταστάτης μου βάζει νυσταγμένα τα ρούχα του. Δεν τον βλέπω αλλά ξέρω ότι μέσα του βρίζει. Για να τελειώνουμε μ'αυτό το θέμα, αυτό που θέλω να περάσω με όλο αυτό το μακρινάρι είναι πως η μουσική (ή μάλλον το γούστο) είναι καθαρά υποκειμενικό ζήτημα και είναι κρίμα να την βάζουμε σε καλούπια, χρώματα και κουφώματα αλουμινίου. Είναι τόσο απέραντη και ποικιλόμορφη που δεν έχουμε παρά να ανοίξουμε τα αυτάκια μας λίγο περισσότερο και το επόμενο διαμάντι περιμένει εκεί που δεν το φανταζόμαστε. Α, και δεύτερο και σημαντικότερο, μη με ξανακοροϊδέψετε γιατί μου πληγώνετε τα αισθήματα. Άντε...
Και για να κλείσουμε με λίγο whitey τρόπο


